τετρακόσιοι

τετρακόσιοι
3 четыреста

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τετρακόσιοι" в других словарях:

  • τετρακόσιοι — four hundred masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακόσιοι — ες, α / τετρακόσιοι, αι, α, ΝΜΑ, και τετρακόσοι, ες, α, Ν, και μτγν. τ. τεσσαρακόσιοι και δωρ. τ. τετρακάτιοι και ποιητ. τ. τετρηκόσιοι, αι, α, Α (απόλ. αριθμτ.) 1. τέσσερεις εκατοντάδες (400) 2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι τετρακόσιοι (στην… …   Dictionary of Greek

  • τετρακοσίων — τετρακόσιοι four hundred fem gen pl τετρακόσιοι four hundred masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Четыреста —    • Τετρακόσιοι,          олигархический совет в Афинах. Может быть, еще со времен Кимона началось учреждение клубов (ε̉ταιρίαι), в которых собирались недовольные политическим строем государства с целью его ниспровержения. Процесс гермокопидов и …   Реальный словарь классических древностей

  • τετρακοσιέων — τετρακόσιοι four hundred masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακοσίαις — τετρακόσιοι four hundred fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακοσίοις — τετρακόσιοι four hundred masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακοσίοισι — τετρακόσιοι four hundred masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακοσίους — τετρακόσιοι four hundred masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακόσια — τετρακόσιοι four hundred neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετρακόσιαι — τετρακόσιοι four hundred fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»